Το κείμενο αυτό θα μπορούσε να είναι πρόταση για έναν εξαιρετικό γαστρονομικό προορισμό. Θα μπορούσε να είναι μια απο τις προτάσεις του nearby tourism στο πλαίσιο ης φιλοσοφίας «κάτσε στα αυγά σου» που προτείνουμε ως protithesi.com
Κυρίως, όμως είναι ένας προσωπικός φόρος τιμής σε έναν χώρο που αποτελεί σταθερό στέκι του γράφοντος και φίλων τα τελευταία 15 χρόνια. Ένα χρέος τιμής σε μια οικογένεια από τη Βόρειο Ήπειρο που ήρθε και κράτησε ζωντανή μια ιστορική, αλλά απόλυτα υποβαθισμένη πλατεία, κάτι που προσπαθούν πολλά σχέδια ανάπλασης να το κάνουν, αλλά παραμένουν στα χαρτιά.
Είναι τέλος μια κατάθεση μνήμης για αγαπημένα πρόσωπα που έχουν ταυτιστεί με «της θεάτρου το στέκι» και σήμερα δεν βρίσκονται πλέον μαζί μας.
Είναι μια εξερεύνηση για το πώς η εστίαση μπορεί να γίνει μέρος του κοινωνικού ιστού της πόλης και να εμπλακεί στην καθημερινότητά μας.

Σε μια περιοχή που...
Η οικογένεια Βαρέση με προεξάρχοντα τον Στέφανο, ξεκίνησε στον χώρο αυτό δυο χρόνια πριν μπούμε στον 21ο αιώνα ανοίγοντας ένα μαγαζί 2Χ3, όσο χωράει μια μικρή κουζίνα με μια γκαζιέρα, ένα τηγάνι και μια κατσαρόλα και πολλά τραπέζια στο πεζοδρόμιο. Μια στεγασμένη καντίνα θα μπορούσε να το πει κάποιος.
Σε μια περιοχή που τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 κυριαρχούσε η «Κληματαριά» στην οποία έτρωγαν κάθε μεσημέρι οι εργαζόμενοι στα λιθογραφεία της περιοχής πριν κλείσει για να ανοίξει ξανά αργότερα με τη σημερινή της μορφή.
Σε μια περιοχή που η Αθήνα ανακάλυπτε το υπόγειο «Δίπορτο», πριν γίνει η σημερινή τουριστική ατραξιόν με τα μυθεύματα στο διαδίκτυο που υποθέτουν ότι εκεί έγραψε ο Βάρναλης την υπόγεια την ταβέρνα, η οποία παρεπιπτόντως γράφτηκε έναν αιώνα πριν, το 1925.
Σε μια περιοχή που στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας δεν μπορούσες να πλησιάσεις, από την παρανομία, τις κλοπές, τις συναθροίσεις παραβατικών, τη διακίνηση ναρκωτικών, την πορνεία, κάτι που ανάγκασε ένα από τα πιο εμβληματικά και επιτυχημένα μπαρ της Αθήνας, το Guru, που βρισκόταν εκεί, για όσους το θυμούνται, να βάλει λουκέτο.
Πλατεία Θεάτρου. Μια ιστορία από το 1838
Από που πήρε το όνομά της όμως η πλατεία Θεάτρου; Εδώ το 1838 η κυβέρνηση παραχώρησε οικόπεδο στον εργολάβο Ιωσήφ Καμηλιέρη, ύστερα από αίτησή του να ανεγείρει εντός έξι μηνών λίθινο θέατρον. Πρόκειται για το πρώτο θέατρο της Αθήνας που εγκαινιάστηκε με ιταλικά μελοδράματα και έγινε γνωστό ως θέατρο Μπούκουρα, όταν ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας φιλικός και θαλασσοπόρος, ανέλαβε τις τύχες του, το 1944. Πώς ήταν τότε η πλατεία θεάτρου; Μην φανταστείτε τίποτα καλύτερο, ούτε ένδοξες εποχές. Ο χώρος ήταν κατασκότεινος, έξω από την πόλη των Αθηνών, η οποία ξεκινούσε από το σταροπάζαρο στις πλαγιές της Ακρόπολης και κατέληγε στα μισά της σημερινής οδού Αιόλου. Γύρω από το θέατρο επικρατούσε η λάσπη, ώστε οι κυρίες μετέβαιναν σε αυτό, στη ράχη οναρίων, ενώ τους άντρες μετέφεραν στην πλάτη, ειδικοί αχθοφόροι. Το θέατρο κατεδαφίστηκε το 1897.

Διπλάρειος. Μια ιστορία από το 1932
Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1892 ιδρύεται η Ελληνική Βιοτεχνική Εταιρεία, μέλος της οποίας είναι ο ευεργέτης Αριστείδης Διπλάρης και ο οποίος στη διαθήκη του αφήνει ένα ποσό στην ΕΒΕ για να κτιστεί Σχολή με σκοπό την προαγωγή και ανάπτυξη της δωρεάν τεχνικής διδασκαλίας και με στόχο να εξασφαλίζεται η επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων της. Έτσι το 1932 ανεργέθη η Διπλάρειος Σχολή το εμβληματικό κτίριο της πλατείας που εκπαίδευσε 65.000 ελληνόπουλα, κυρίως σχεδιαστές επίπλων και τώρα ετοιμάζεται να φιλοξενεί χιλιάδες επισκέπτες στις 180 κλίνες που προβλέπει ο μετασχηματισμός της σε ξενοδοχείο.
![]() |
![]() |
![]() |
Πάμε στου Στέφανου
Σε αυτή την περιοχή λοιπόν ο Στέφανος, η γυναίκα του η Ελένη, ο αδελφός του ο Χρήστος και άλλα μέλη της οικογένειας άρχισαν να σερβίρουν πιατάκια με μεζέδες το 1998. Ατχικά ήταν στέκι Βορειοηπειρωτών, σιγά σιγά άρχισε να γίνεται στέκι τως επαγγελματιών της γειτονιάς, καθώς και των γιατρών από το απέναντι ΙΚΑ-ΕΟΠΥ και χρόνο με τον χρόνο στέκι όλης της Αθήνας. Έχω κάνει αμέτρητες αναρτήσεις στο Facebook, όλα αυτά τα χρόνια που συχνάζω εκεί με φίλους, μέχρι που κάποιοι με έχουν ταυτίσει με αυτό. Δέχομαι ακόμα και μηνύματα από φίλους στην Αμερική που όταν έρθουν στην Ελλάδα, θέλουν να τους πάω εκεί.
Ακόμα και σήμερα που ο Στέφανος έχει αποσυρθεί, όταν τηλεφωνιόμαστε με φίλους η πρόταση είναι πάμε στου Στέφανου; Εδώ όμως τα πράγματα γίνονται δύσκολα αφού η απάντηση είναι αρκεί να βρούμε τραπέζι.

Ένα τραπέζι στο πεζοδρόμιο
Κάποτε είχαμε ένα τραπέζι να μας περιμένει. Χώρος για μέσα δεν υπήρχε. Όλα τα τραπέζια ήταν στο πεζοδρόμιο, είτε είχε ήλιο, είτε έβρεχε και φυσούσε. Θυμάμαι πόσες προσπάθειες είχα κάνει να πείσω τον Στέφανο να νοικιάσει το εφαπτόμενο γωιακό τυράδκο που μόλις είχε ξενοικιαστεί. Να΄ χουμε κάπου μέσα να κάτσουμε. Δίσταζε. Φοβόταν να κάνει «ανοίγματα». Τελικά πείστηκε και ήταν μια κίνηση που αποδείχτηκε σωτήρια, καθώς η τουριστικοποίηση της Αθήνας έμελλε να αλλάξει τα πάντα στη γειτονιά.
Το πολυόροφο ΙΚΑ μετακόμισε και το κτίριο έγινε Airbnb ξενοδοχείο. Το ίδιο έγινε και με το κτίριο στο ισόγειο του οποίου βρίσκεται το καφενείο και που μέχρι τότε ήταν ακατοίκητο. Το ίδιο θα συμβεί και με το απέναντι κτίριο και φυσικά είναι και η Διπλάρειος που όπως είπαμε γίνεται ξενοδοχείο.
Σήμερα αν και έχουν νοικιαστεί όλοι οι διαθέσιμοι χώροι είναια δύσκολο πια να βρεις τραπέζι και τους φίλους τους παλιούς σε ώρες αιχμής. Θα ήταν όμως εγωιστικό να θέλεουμε να παραμείνει το «δικό» μας στέκι και άδικο για την οικογένεια να μην απολαύσει την επιτυχία την οποία αξίζει.
![]() |
![]() |
![]() |
Εστίαση συνδεδεμένη με τις ανάγκες του κοινού
Και αξίζει την επιτυχία γιατί παρά τη μεγάλη αύξηση του κοινού, η ποιότητα παραμένει το ίδιο εξαιρετική. Γιατί μας δείχνει πώς πρέπει να είναι η πραγματική εστίαση που είναι συνδεδεμένη με τις ανάγκες του κοινού και όχι συνδεδεμένη με τα media στα οποία διοχετεύει την εκζήτησή της.
Ένα μαγαζί που μπορείς να φας ή να τσιμπήσεις, χωρίς να σε νοιάζει το πόσο θα πληρώσεις, αφού τα πιάτα κυμαίνονται κατά μέσο όρο στα 3 ή 4 ευρώ, αντίθετα με ότι συμβαίνει δυο δρόμους παρα πέρα. Ένα μαγαζί που δεν χρειάζεται να βάλεις κουστούμι για να πας. Που πας με τα πόδια όταν βρίσκεσαι στο Κέντρο. Που μπορείς κάθε φορά να διαλέξεις και άλλα πιάτα, χωρίς η ποικιλία να τελειώνει ποτέ. Που δεν θα βρεις, πράγμα σπάνιο, πιάτο να σου αρέσει και πιάτο να μη σου αρέσει, αφού όλα καταφέρνουν να είναι απλά, ποιοτικά και εξαιρετικά νόστιμα. Και το κυριότερο πιάτα που έρχονται σε ένα λεπτό όταν τα παραγγείλεις.

Μα πώς τα καταφέρνουν; Η... μπριγάδα της Ελένης
Ο τρόπος που λειτουργεί «της Θεάτρου το στέκι θα πρέπει να γίνει case study σε πολλές Σχολές Μαγειρικής. Να περάσουν από δω οι οργανωμένες μπριγάδες των 20 και 30 ατόμως των ακριβών εστιατορίων πο ταΐζουν 40 με 50 άτομα την ημέρα να δουν την... μπριγάδα της Ελένης, πώς τρεις ή τλεσσερις γυναίκες με μια γκαζιέρα, ταΐζουν, σε χρόνο μηδέν, εκατοντάδες άτομα την ημέρα.. Πώς φροντίζουν να προμηθεύονται άριστες πρώτες ύλες. Πώς βγάζουν απλά πιάτα, μα τόσο ελκυστικά που οι περισσότεροι, όπως κι εγω, τα φωτογραφίζουν πριν τα φάνε, Πώς εξυπηρετούν έναν μεγάλο κατάλογο με πιάτα που επιλέγονται όλα μέχρι το τελευταίο. Πώς στήνουν μια λαχταριστή -χάρμα οφθαλμών- βιτρίνα, που μπορείς να διαλέξεις χωρίς κατάλογο. Πώς θυμούνται τις παραγγελίες ακόμα και προφορικά.


Τα πιάτα. Δημιουργώντας μνήμες
Ζητήστε ότι τραβάει η όρεξή σας. Ο κατάλογος και η βιτρίνα είναι μπροστά σας. Θα προσπαθήσω από μνήμης να πω τα πιάτα που μου αρέσουν. Γιατί η κουζίνα πρέπει να δημιουργεί... μνήμες: Κεφτέδες χρυσαφένιοι, όπως πρέπει να είναι. Τραγανοί απ έξω ζουμεροί από μέσα. Κολοκυθοκεφτέδες αφράτοι με σος. Ρεβύθια με ελαφρό άρωμα από κύμινο. Γαύρος ξιδάτος σε ποσότητα μεγαλύτερη από την τιμή του. Φασόλια πιάζ. Γίγαντες που έχω δει τουρίστες να ζητούν τη συνταγή. Μελιτζάνα τηγανητή με σκορδάκι... που τα σπάει. Φάβα με κρεμύδια και ελαιόλαδο. Γαλοτύρι από αυτά που σπάνια βρίσκω στην αγορά, σαρδέλες ψητές, χόρτα εποχής, γαύρος τηγανητός, ολόφρεσκος, μπακαλιάρος τηγανητός, καλαμάρια. Και σε τιμές, είπαμε, στο ½ και το 1/3 άλλων. Όταν πήγα εκεί τον φίλο μου τον Σπύρο με εστιατόρια στο Νάσβιλ των Η.Π.Α. με κοίταξε με απορία. «Μα βγάζει λεφτά αυτός ο άνθρωπος;» Να ένα ακόμα case study για εστιάτορες.

Ο Θόδωρος, ο Γιάννης και οι άλλοι
Είναι όλο και πιο λίγοι οι χώροι σήμερα που μπορείς να τους μοιραστείς με ανθρώπους που αγαπάς. Να μείνεις περισσότερο από όσο συνηθίζεται σε ένα τραπέζι μέχρι να τελειώσεις μια συζήτηση. Να μπορείς να διαφωνήσεις, να ανεβάσεις τον τόνο της φωνής, χωρίς να σκέπτεσαι ότι θα ενοχλήσεις τους δίπλα, αφού σε λίγο θα έχουν μπει κι αυτοί στη συζήτηση κερνώντας το επόμενο κρασί. Για αυτό επιτρέψτε μου μια προσωπική αναφορά.
Για μένα «της θεάτρου το στέκι» είναι ένας χώρος καθηγιασμένος, θα τολμούσα να πω, αφού εκεί πέρασα αρκετά χρόνια με δύο άγιες μορφές: Τον αδελφικό φίλο Θόδωρο Παπούλια, συνάδελφο από τη διαφήμιση και σπουδαίο συγγραφέα – υπήρξα εκδότης του- . Έμενε στο Λίβερπουλ, και έχοντας χάσει αγαπημένα του πρόσωπα, όταν ερχόταν στην Ελλάδα, αυτό ήταν το μόνιμο στέκι μας και καταφύγιό του για κουβέντες, διαφωνίες, σχόλια εκμυστηρεύσεις. Στο ίδιο τραπέζι, μόνιμος καθημερινά θαμώνας, ο γλυκύτατος Γιάννης Ρεκλείτης, γοητευτικός άντρας, έξυπνος ομιλητής που πέρασε τα τελευταία του χρόνια κάθε μέρα εδώ, χαρούμενος και ευτυχισμένος περιμένοντας την αναπόφευκη κατάληξη της ασθένειάς του.
Κάποιοι χώροι μπορεί να είναι πιο ιεροί και από εκκλησίες. Στη μνήμη τους είναι αφιερωμένο αυτό το κείμενο.
Υπάρχουν φυσικά και η εν ζωή που καλά να είμαστε να συναντιόμαστε... στου Στέφανου.









