Υπάρχουν πολλοί τρόποι να καταγράψεις τις αναμνήσεις σου από ένα ταξίδι. Ο δικός μου είναι με χρώματα, σχήματα, φευγαλέες ματιές, μυρωδιές, γεύσεις, εικόνες πολύχρωμες ή μη, από τόπους γνωστούς, από τόπους άγνωστους... ακόμα και από τόπους που ίσως δεν θα πάω ποτέ... αλλά που κάποτε ταξίδεψα σ΄ αυτούς νοερά.
Είναι ακριβά τα ταξίδια. Πάντα ήταν ακριβά άλλωστε και σε χρόνο, και σε χρήμα. Όπως και τίποτα δεν είναι δωρεάν και τίποτα δεν είναι ανεξάντλητο. Απλά τώρα μοιάζουν όλα ευκολότερα καθώς η ανάλογη ζήτηση έχει αυξήσει και τις παροχές και τις επιλογές.


Επιλέγοντας τις αναμνήσεις που μας κάνουν καλύτερους
Γι΄ αυτό και έχω ξεσκαρτάρει όλο αυτό το διάστημα της ταπεινής ζωής μου, όλες τις μεγαλειώδεις στιγμές που αξίζει να θυμάμαι, όπως και τους τόπους που υπήρξα κοινωνός και «επισκέφθηκα» ασχέτως του μέσου, του τρόπου και της ευκαιρίας. Η ζωή φυσικά και μπορεί να είναι μεγαλειώδης άλλοτε και ταυτόχρονα, ταπεινή. Ποτέ δεν μπορείς να προβλέψεις το μέλλον αφού κοινή γαρ η τύχη, μπορείς μόνο να προνοήσεις κατά το δυνατόν γι΄ αυτό. Αυτό όμως που μπορείς, είναι να προσπαθήσεις να διαχειριστείς όσο καλύτερα γίνεται το παρελθόν στη μνήμη και στην καρδιά σου.
Το πιο σημαντικό είναι να απαλάσσεται κανείς από τα βαρίδια του παρελθόντος, να κουβαλάει δηλαδή μικρή βαλίτσα στα ταξίδια του μέλλοντος επιλέγοντας όμως τις σωστές αναμνήσεις, αυτές που θα τον βελτιώσουν σαν οντότητα.
![]() |
![]() |
Ταξιδεύοντας με ένα σετ ακουαρέλας
Ο δικός μου τρόπος, δεν είναι διαφορετικός από των πολλών, είναι όμως ο δικός μου, ο ιδιαίτερος τρόπος που κοιτώ και διαβάζω τα πράγματα. Συνήθως από εκεί που πήγα, από εκεί που υπήρξα παρούσα και μάρτυρας μιας συγκεκριμένης στιγμής, προσπαθώ να κρατήσω ένα γρήγορο σκίτσο που φτιάχνω σε ένα κατάλληλο σκληρόδετο μαύρο σημειωματάριο μαζί με λίγες χρηστικές σημειώσεις για τον τόπο.
Χρησιμοποιώ άλλοτε ένα μικρό ταξιδιωτικό σετ 10 χρωμάτων ακουαρέλας ή μερικά υδατοδιαλυτά χρωματιστά μολύβια περιορισμένης γκάμας που τα κουβαλάω πάντα μαζί μου όταν ταξιδεύω. Δεν με νοιάζει τίποτα, ούτε αν φαίνομαι περίεργη, ούτε αν κάποιοι κρυφά ή φανερά πλησιάζουν να πάρουν μάτι του τι κάνω! Απομονώνομαι νοητικά κι εκείνες τις στιγμές είμαι εγώ κι ο τόπος, εγώ κι οι άνθρωποι που τον κατοικούν και τον περιδιαβαίνουν.
Μου αρέσει να σκιτσάρω ανθρώπους και μάλιστα το επιδιώκω χωρίς να με παίρνουν χαμπάρι όταν το κάνω. Μου αρέσει να απαθανατίζω μια τυχαία καθημερινότητά τους, σε μια καφετέρια για παράδειγμα όταν πίνουν τον πρωινό καφέ τους, ή όταν τρώνε ένα σάντουϊτς το μεσημέρι, ή όταν κάθονται αμέριμνοι σε μια παραλία, ή όπου αλλού.
Φαντάζομαι όμως και τους ανθρώπους που αναπνέουν απέναντί μου, όταν τους παρατηρώ σκιτσάροντάς τους, πώς διαχειρίζονται το παρόν τους, πώς σκέφτονται το μέλλον και πώς τους έχει επηρεάσει το παρελθόν τους. Πώς προέκυψε ας πούμε αυτός ο πρωινός καφές του ζωγραφισμένου «θύματός» μου; Είναι για να αποβάλλει το νυχτερινό ψυχολογικό φορτίο και να πάρει δύναμη για το υπόλοιπο της μέρας, ή ενώ ελπίζει σε ένα καλύτερο μέλλον φοβάται και διστάζει πριν το «περπατήσει» μήπως άραγε κι αυτό αποδειχθεί φρούδο;

Κοιτάζω τους ώμους των ανθρώπων που σκιτσάρω, αν είναι κυρτοί από το φορτίο της ζωής, αλλά και αν είναι ευθυτενής η κορμοστασιά τους, αν έχουν τα παχάκια της καλοζωίας ή ό,τι άλλο. Ψάχνω να εμβαθύνω λίγο στο βλέμμα τους, στις γωνίες των ματιών τους, στις άκρες των χειλιών τους, στην έκφραση του προσώπου τους, στις χειρονομίες και το βηματισμό τους. Προσπαθώ να τους χαρτογραφήσω με άλλα λόγια. Δεν είναι εύκολο, αλλά είναι ενδιαφέρον παιχνίδι, από το οποίο πολλές φορές εκπλήσσομαι, ή μπορεί και να το βαρεθώ.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά συνήθως τα «θύματα» που σκιτσάρω είναι συχνά μόνα τους, κι ούτε έρχεται κάποιος για συντροφιά τους στο μεταξύ. Μήπως από ένστικτο μοναχικής επιβίωσης επιλέγω παρόμοια «μοντέλα» για να ασχοληθώ; Ο Πλάτωνας γράφει «όμοιος ομοίῳ αεὶ πελάζει». Ίσως γι΄αυτό το λόγο, ή ίσως γιατί είναι πιο εύκολη ζωγραφικά η σύνθεση και απεικόνιση ενός μόνο ατόμου από αυτήν μιας παρέας, δεν ξέρω να πώ με σιγουριά κι ούτε άλλωστε ενδιαφέρει.

Υδατογραφίες. Όταν τα ταξίδια... κυλούν σαν νερό
Όπως όμως φαίνεται κι από την τεχνοτροπία των σκίτσων μου και τη χρήση του υδατοχρώματος που προτιμώ, πάντα το νερό, η ροή, κυριαρχούσαν στη ζωή μου. Η ακινησία με σκοτώνει, με διαλύει. Δεν θα άντεχα δηλαδή ούτε να μένω για πολύ ακίνητη, ούτε άπραγη, ούτε αδύναμη αλλά θέλω να κυλούν, να ρέουν οι υποθέσεις, να μην βαλτώνουν, να τρέχουν παράλληλα με το χρόνο κι ας είναι άπιαστος ο άτιμος.
Το σκιτσάρισμα από την άλλη κάνει τις αναμνήσεις μου ανθεκτικότερες, αφού εκτός από τα ευκόλως εννοούμενα που βλέπουμε όλοι, κατά τη δημιουργία του σκίτσου υπεισέρχεται και το γιατί. Γιατί ας πούμε ο ίσκιος πέφτει από τα αριστερά, πώς συνδέεται αυτό το συγκεκριμένο κλαδί με τον κορμό του δένδρου κ.ο.κ.
Τα ταξίδια λοιπόν, είτε πραγματικά είτε νοερά, απαλύνουν τη μοναξιά, τον ζόφο από άσχημες σκέψεις, αναπτερώνουν το ηθικό και μας φέρνουν εγγύτερα με τον πιο αγνό μας εαυτό, τον δεκτικό με άλλους ανθρώπους, με νέες καταστάσεις, μας δίνουν τροφή για σκέψη και ελπίδες για το μέλλον. Πέτρα που κυλάει δεν χορταριάζει δεν λέει η λαϊκή ρήση; Κι αλήθεια είναι.
«Ταξίδι στο δωμάτιό μου». Η περίπτωση του Ξαβιέ ντε Μαιστρ
Κάποτε, την Άνοιξη του 1790 ο εικοσιεπτάχρονος Ξαβιέ ντε Μαιστρ, αξιωματικός φρουράς στην Αλεξάνδρεια και γόνος ευγενούς πολυμελούς οικογενείας που γεννήθηκε στο Σαμπερί της Σαβοΐας (1763-1852), συνελήφθη εξαιτίας μιας μονομαχίας και έμεινε υπό περιορισμό σε ένα δωμάτιο για σαρανταδύο μέρες. Μη έχοντας τι άλλο να κάνει, άρχισε να περιδιαβαίνει την κρεβατοκάμαρά του συλλογιζόμενος. Σαρανταδύο μέρες μετά, είχε καταγράψει το περίεργο αυτό ταξίδι του και στη συνέχεια εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο «Ταξίδι στο δωμάτιό μου». Αργότερα τόλμησε να φθάσει και έως το περβάζι του δωματίου αυτού, εκδίδοντας και το δεύτερο βιβλίο του « Νυχτερινή εξόρμηση στο δωμάτιό μου».
Σε αντίθεση, ο Αλεξάντερ φον Χούμπολτ, το όνομά του οποίου κοσμεί το ομώνυμο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, περιδιάβηκε μεγάλο μέρος της Νότιας Αμερικής από το 1799 ως το 1804 καταγράφοντας συστηματικά την πολυετή ενδιαφέρουσα εμπειρία του και στη συνέχεια εξέδωσε το βιβλίο του «Ταξίδι στις παρά τον Ισημερινό επικράτειες της Νέας Ηπείρου».
Χωρίς να υποτιμούμε το γεγονός και τα πολύ χρήσιμα επιστημονικά δεδομένα που κατέγραψε σε αυτό το ταξίδι, ο Χούμπολτ χρησιμοποίησε «δέκα μουλάρια, τριάντα αποσκευές, τέσσερις διερμηνείς, ένα χρονόμετρο, έναν εξάντα, δύο τηλεσκόπια, έναν θεοδόλιχο Μπόρντα, ένα βαρόμετρο, μία πυξίδα, ένα υγρόμετρο, συστατικές επιστολές από το βασιλέα της Ισπανίας κι ένα όπλο» όπως τόσο γλαφυρά περιγράφει στο βιβλίο του «Η τέχνη του ταξιδιού» ο Αλλαίν ντε Μποττόν.
Από την άλλη, ο Ντε Μαίστρ, χρειάστηκε μόνο τη πιτζάμα του για αυτό το ταξίδι του που απεδείχθη μάλιστα και αρκετά σημαντικό στον κόσμο της λογοτεχνίας αφού συγγραφείς όπως ο Ανατόλ Φράνς και ο Προύστ αναγνώρισαν την αξία του και πλέον θεωρείται από τους προδρόμους του μυθιστορήματος της ενδοσκόπησης.

Σας εύχομαι καλά ταξίδια λοιπόν, κι ας μην είναι και τόσο μακρινά, ας είναι και μέχρι τη γειτονιά του σπιτιού σας. Ακόμη κι ένα πιάτο μαγειρεμένο λίγο ασυνήθιστα, σε ένα καλοστρωμένο τραπέζι, σε ταξιδεύει με τα χρώματα, τη μυρωδιά και τη γεύση του, σε άλλα πρόσωπα από το παρελθόν, σε άλλε χώρες μακρινές ή όχι, που κάποτε πήγες ή θέλεις να γνωρίσεις.
Ας μην ξεχνάμε ότι δεν γνωρίζουμε τα πάντα και ότι πάντα υπάρχουν εκπλήξεις και ξαφνιάσματα στη ζωή... απλά και μόνο στρίβοντας στην επόμενη γωνία.





