Fulltext alt text

Η γαλέτα της Ντινάν

Το σκληρό designed μπισκότο μιας κουκλίστικης πόλης στο Βέλγιο

Σε κάποιες βιτρίνες ζαχαροπλαστείων-αρτοποιείων στις Βρυξέλλες, είχα δει για πρώτη φορά, πριν δεκαπέντε ακριβώς χρόνια, κάτι μεγάλα επίπεδα ανάγλυφα μπισκότα πολύ μεγάλων διαστάσεων της τάξης περίπου των 20 cm x 30 cm. Κάποια μάλιστα είχαν σταμπαριστεί με πολύ καλαίσθητες εικόνες. Άλλα  σχημάτιζαν ένα ψάθινο καλαθάκι με τριαντάφυλλα, άλλα ένα πανέρι στρογγυλό σε κάτοψη με διάφορα φύλλα και φυτά μέσα του, άλλα έναν αγρό με στάχυα. Κάποια τέλος απεικόνιζανσε σε μια ενιαία εικόνα το κάστρο, τον λόφο, την εκκλησία και αποσπασματικά τα σπίτια κάποιου τόπου.

Τα βρήκα καλόγουστα, αλλά τα προσπέρασα. Είχα ξαναδεί στη Στοκχόλμη αλλά και σε κάποιες Γερμανικές περιοχές κάτι άλλα μπισκότα, πολλαπλάσια σε μέγεθος που είχαν επάνω φιγούρες αριστοκρατών κλπ. Ούτε και σε εκείνα όμως είχα σταθεί περισσότερη ώρα απ’  όσο διαρκεί ένα βλέμμα θαυμασμού. Ίσως γιατί βλέπω τα μπισκότα  ως περιττές λανθασμένες θερμίδες, βόμβες ζάχαρης και βουτύρου.

Στο πρωινό τραίνο για την Ντινάν

Φέτος τον Σεπτέμβρη έκανα πάλι ένα ταξίδι στο Βέλγιο. Επειδή ήθελα να δω και κάποια άλλα μέρη, πέρα από τις κλασικές τουριστικές επιλογές πήραμε πρωί το τραίνο με τον σύντροφό μου και την παρέα μας και κατευθυνθήκαμε νότια  για μια μονοήμερη επίσκεψη στην Ντινάν. Ήταν μιά συννεφιασμένη, σχεδόν βροχερή, Τετάρτη.
Η Dinant είναι μια ακόμη κουκλίστικη  πόλη και δήμος της Βαλλονίας που βρίσκεται στην επαρχία Namur του Βελγίου. Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Meuse, στις Αρδέννες και βρίσκεται 90 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά των Βρυξελλών. Αποτελεί σύμβολο των φρικαλεοτήτων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου όταν το 1914, γερμανικά στρατεύματα πυροβόλησαν 674 κατοίκους και έκαψαν σχεδόν χίλια σπίτια.
Απέχει γύρω στη μιάμιση ώρα με το τραίνο από τις Βρυξέλλες. Η διαδρομή είναι καταπράσινη, ενώ η πόλη είναι χτισμένη δίπλα σε ένα φαρδύ ποτάμ. Όλα αυτά την κάνουν έναν κοντινό στις Βρθξέλλες και εύκολο προορισμό για παραθερισμό και εκδρομούλες. Πολλοί μάλιστα όπως μάθαμε διατηρούν ανοικτά τα καλόγουστα εξοχικά τους που τα επισκέπτονται τα σαββατοκύριακα.
Είχαμε διαβάσει κάποιες πληροφορίες για το μέρος και για τα αξιοθέατά του, τα σπήλαιά του και λίγα για την ιστορία του του τόπου κι έτσι πήγαμε προετοιμασμένοι. 

Τι είχαμε προγραμματίσει και δεν είδαμε

Αρχικά είχαμε σκεφθεί να κάνουμε κι εμείς εκείνη την ευχάριστη ωριαία βολτίτσα  διαπλέοντας κατά μήκος το ποτάμι με ένα από εκείνα τα τουριστικά βαρκάκια. Ύστερα θα έπαιρνε σειρά μια ανάβαση με το τελεφερίκ στη Citadelle, στο κάστρο που βρίσκεται στον βραχώδη κατακόρυφο λόφο που δεσπόζει στην κορυφή της πόλης εξουσιάζοντάς της κατά κάποιο τρόπο.
Στη συνέχεια είχαμε προγραμματίσει να επισκεφθούμε εκείνον τον πανύψηλο σε σχέση με το πλάτος της πρόσοψής του καθεδρικό ναό με τα φημισμένα περίτεχνα τεράστια βιτρό των παραθύρων. Και φυσικά, είχαμε σχεδιάσει και την επιβεβλημένη επίσκεψή μας στο Μουσείο του Σάξ, πατέρα του σαξοφώνου. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας με το τραίνο, συναντήσαμε τυχαία μια καλόκαρδη Ελληνίδα που κατοικούσε μόνιμα στην περιοχή και είχαμε πάρει πληροφορίες από πρώτο χέρι για το πού να πάμε να φάμε καλά τοπικό φαγητό και το πού να πιούμε την ντόπια ξακουστή μπύρα μάρκας Leffe. 
Οι περισσότεροι όμως έχουμε ακούσει τη γνωστή φράση «Κίνησε ο Εβραίος κι έτυχε Σάββατο»! Ε, ακριβώς αυτό. Δυστυχώς από τους στόχους εκείνης της ημέρας, καταφέραμε πολύ λίγα πράγματα. 

Τι είδαμε χωρίς να το έχουμε προγραμματίσει

Είδαμε όμως τη μαγευτική εικόνα των μικρών χρωματιστών σπιτιών στις παρυφές  του καθηλωτικού βραχώδους τοπίου, που καθρεφτίζονταν στα γκριζοπράσινα νερά του πλωτού ποταμού.
Διασχίσαμε τη γέφυρα Charles de Gaulle, σύμβολο μεταπολεμικά   της ενότητας, ανακατασκευασμένη το 1954, που πήρε το όνομα του διάσημου πολιτικού επειδή ο ίδιος ήταν ανάμεσα στους τραυματίες των τραγικών γεγονότων που σημειώθηκαν στη Dinant το 1914. Περπατήσαμε στην πλακοστρωμένη αυτή γέφυρα του ποταμού Μεύση, που ενώνει τις δύο πλευρές της πόλης.   Χαμογελάσαμε ευχάριστα όταν φωτογραφηθήκαμε ανάμεσα στις δυό σειρές από τα πολύχρωμα ζωγραφισμένα ευμεγέθη διακοσμητικά σαξόφωνα που την πλαισιώνουν κατά μήκος και των δύο πλευρών της. 
Κάθε σαξόφωνο απεικονίζει μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τοποθετήθηκαν το 2014 για τον εορτασμό της 200ης επετείου του Sax, συνδυάζοντας έτσι τη μουσική κληρονομιά με την ευρωπαϊκή ενότητα. 
Στη συνέχεια, επισκεφθήκαμε τον γοτθικό ναό του 13ου αι., αφιερωμένο στην Παναγία που χτίστηκε πάνω στα ερείπια άλλου ναού του 10ου αι.  και θαυμάσαμε το εντυπωσιακά ψηλό καμπαναριό του, προσθήκη 16ου αι. Ο τρούλος του καταλήγει σε σχήμα αχλαδιού. Τα βιτρό στα παράθυρα του ναού, είναι από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης  και διηγούνται την ιστορία της περιοχής.

Τι Citadelle… τι Παλαμήδι...

Ύστερα πλησιάσαμε τη διπλανή είσοδο με τα πολυάριθμα σκαλιά που χρονολογούνται από το 1577 και το τελεφερίκ για την citadelle, την επιβλητική μεσαιωνική ακρόπολη, στην κορυφή ενός απότομου βραχώδους τοπίου… Τζίφος! Κλειστό λόγω συντήρησης το τελεφερίκ. Τα σκαλιά μου φάνηκαν άπειρα, έχω και ρήξη μηνίσκου και άλλα θεματάκια στο γόνατο, «ΑΠΟΚΛΕΊΕΤΑΙ  ΝΑ ΑΝΕΒΩ» ανακοίνωσα. «ΔΕΝ  ΠΕΙΡΆΖΕΙ ΝΑ ΔΟΎΜΕ ΈΝΑ ΚΆΣΤΡΟ ΛΙΓΌΤΕΡΟ! ΆΛΛΩΣΤΕ ΈΧΩ ΑΝΈΒΕΙ ΣΤΟ ΦΗΜΙΣΜΈΝΟ ΠΑΛΑΜΗΔΙ Τ’  ΑΝΑΠΛΙΟΎ ΜΕ ΤΑ 999 (περίπου τόσα) ΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΊΜΑΙ ΚΑΙ ΠΕΡΗΦΑΝΗ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΝΑΥΠΛΙΩΤΙΣΣΑ!» συνέχισα για να αντιμετωπίσω την πιθανή απογοήτευση της παρέας μου.

Πάμε για άλλα...

«Καλά λες! Πάμε γι’  άλλα» συμφώνησε και η συντροφιά μου. «Άλλωστε επειδή έχουμε ξανάρθει στο Βέλγιο, μόνο από ανία αποφασίσαμε και ήρθαμε ταξίδι στη Ντινάν. Ότι δούμε έξτρα, κέρδος είναι».
«ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ  ΖΩΗΣ το έλεγε ο Ματίς, ο γάλλος ζωγράφος»  πρόσθεσα κι εγώ  και φύγαμε χωρίς τύψεις. 
Στη συνέχεια κάναμε βόλτα κατά μήκος της αποβάθρας παράλληλα στην όχθη του ποταμού, είδαμε τα δεμένα βαρκάκια, είδαμε μια τεράστια σε μήκος φορτηγίδα, είδαμε τα άδεια λόγω καιρού τραπεζάκια από κάποιες παρακείμενες καφετέριες ή ρεστοράν και κουμπώσαμε τα μπουφάν μας καλού κακού για να αποφύγουμε την ψύχρα και την παραποτάμια υγρασία. 
Τζίφος και πάλι! Τα βαρκάκια λόγω καιρού και χαμηλής επισκεψιμότητας αυτή την εποχή, είχαν σταματήσει τα καθημερινά δρομολόγια. Λειτουργούσαν, τουλάχιστον μέχρι τότε, μόνον αυτά του Σαββατοκύριακου, τότε δηλαδή που περίμεναν και κόσμο να επισκεφθεί το μέρος. «Κρίμα!... Πάει και η κρουαζιερούλα μας.» είπα κάνοντας ορατή την απογοήτευσή μου  αυτή τη φορά.
Περιδιαβήκαμε στους ήσυχους σχεδόν έρημους δρόμους του κέντρου της πόλης, κατευθυνόμενοι προς το μουσείο σαξοφώνου και βρήκαμε κάποια κτίρια με ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά στοιχεία που θύμιζαν κάποιου αποικιοκρατικού ίσως  είδους οικοδομήματα δίπλα σε μια μικρή αδιάφορη πλατεία. Σε ακόμη λίγα μέτρα πιο πέρα είχαμε φθάσει στο μουσείο του σαξοφώνου, ένα διώροφο πολύ στενό οίκημα με την γκρίζα επιγραφή La Maison de Monsieur SAX.

La Maison de Monsieur SAX.

αγκαλιά του το σαξόφωνό του με στραμμένη την προσοχή του κάπου αλλού, καθισμένος σταυροπόδι σε ένα παγκάκι στην άκρη του δρόμου, εμπρός από την κλειστή είσοδο του άλλοτε σπιτιού του, νυν μουσείου του!  
«Α! Τζίφος κι εδώ;… Ά και για δες, κοιτάζει αλλού και με τι ύφος! Ούτε καταδέχεται να μας ζητήσει συγνώμη που τον επισκεφθήκαμε και μείναμε άπρακτοι. Σαν δε ντρέπεται! Αλλά τι να γίνει; Ας τον συγχωρέσουμε γιατί μου φαίνεται σαν να προσπαθεί να συνθέσει καμιά καινούργια μελωδία!» είπα και το ρίξαμε στο αστείο.
«Τουλάχιστον θα φάμε καλά αργότερα
«Τουλάχιστον θα φάμε καλά αργότερα…» σκεφθήκαμε όλοι.  Όπως μας είχε εξηγήσει η Ελληνίδα που είχαμε συναντήσει στο τραίνο νωρίτερα, κάθε Τετάρτη τα σχολεία κλείνουν πολύ νωρίς και μιας και οι γονείς των μικρών μαθητών δουλεύουν μέχρι αργά. Να, μια καλή ευκαιρία και για τους παππούδες να χορτάσουν τα εγγόνια τους μεταφορικά και... κυριολεκτικά, αφού η πρώτη τους η καθιερωμένη τους βόλτα καταλήγει συνήθως σε ένα ντόπιο, καθαρό, οικονομικό εστιατόριο με πολύ καλό και μπόλικο φαγητό. 
«Στο ….τάδε εστιατόριο να πάτε που είναι το καλύτερο από πλευράς φαγητού και εξαιρετικής θέας. Εκεί πάμε οι περισσότεροι ντόπιοι ανεξαρτήτως ηλικίας. Αλλά και σε όποιο άλλο δηλαδή εστιατόριο δείτε συνωστισμό από ηλικιωμένους και μαθητές, εκεί μην διστάσετε να πάτε», μας είχε συμβουλεύσει η καλή μας φίλη.

Μπύρες... για προθέρμανση

Καθοδόν και μια και η ώρα ήταν γύρω στη μία, σχετικά δηλαδή νωρίς για φαγητό για εμάς, σταματήσαμε για καφεδάκι και μπύρες στο φημισμένο από τους τουριστικούς οδηγούς …all day café -restaurant …. Δίπλα στη γέφυρα, κοντά στο ναό που είχε ωραία θέα δίπλα στο ποτάμι. Πράγματι ωραία η ατμόσφαιρα στο γεμάτο ζεστασια χώρο με τα ξύλινα δάπεδα, και τον κάπως στρουμπουλό σερβιτόρο. Ακόμη καλύτερος όμως ήταν ο μακρύς κατάλογος με την ποικιλία καφέδων, φαγητού και μπύρας. Τα πλατιά μεγάλα πιάτα που διασταυρώνονταν δίπλα μας με τη βοήθεια και τις ταχυδακτυλουργικές κινήσεις του εκπαιδευμένου σερβιτόρου, ήταν γεμάτα με εδέσματα κάπως περίεργα για τα γούστα μας, καθώς περιείχαν για παράδειγμα κρέας ελαφιού, λουκάνικο με αίμα ζώου, πατατοκεφτέδες, οστρακοειδή και άλλα ψάρια μάλλον ποταμίσια της περιοχής.
Προσωπικά, επειδή δεν είμαι και τόσο οπαδός της μπύρας όσο του καλού κρασιού, διάλεξα έναν ζεστό ιρλανδέζικο καφέ στολισμένο από πάνω και με λίγη σαντιγί, που απεδείχθη όντως καλή επιλογή. Η παρέα μου προτίμησε κάποια ποικιλία από κλασικές μπύρες της παγκοσμίου φήμης ντόπιας μάρκας Leffe. Η ιστορία θέλει την μπύρα να την παρασκεύασαν για πρώτη φορά το 1204 οι μοναχοί μιας πρώην μονής, της Notre-Dame de Leffe επειδή εκείνη την εποχή η πανούκλα θέριζε την περιοχή και η δημιουργία ενός ποτού  με αλκοόλ θα ήταν ασφαλέστερη από το νερό επιλογή για κατανάλωση.
 Δοκίμασα κι εγώ προφανώς τις μπύρες αυτές φοβούμενη μήπως αν δεν το έκανα υστερήσω σε πληροφόρηση. Ειδικά η Brune ήταν του απόλυτου γούστου μου: μεστή, σκούρα όπως λέει και το όνομά της με λίγο περισσότερο αλκοόλ από την αντίστοιχη ξανθιά, τη Blonde. 
«Τι λέτε βρε παιδιά, δεν παραγγέλνουμε κι εμείς να φάμε τίποτα ωραίο σαν αυτά τα πιάτα που σφυρίζουν δίπλα μας;»  άρχισε η παρέα μας να λέει.
«Μπα, καλύτερα να κάνουμε υπομονή λίγο ακόμη και να πάμε στο άλλο εστιατόριο που μας σύστησε η Ελληνίδα που ορίστε κιόλας, να το εκεί, απέναντι στην άλλη όχθη του ποταμού. Είναι και νωρίς ακόμη άλλωστε» είπα. «Για καθίστε λίγο ακόμη να ρωτήσω μπας κι έχουν κι εκείνη την περίεργη μα ωστόσο πολύ δροσερή, ελαφριά και γλυκιά μπύρα Krick που έχω δοκιμάσει σε άλλη περιοχή. Ήταν τόσο κερασένια σε χρώμα και γεύση που ακόμη το θυμάμαι» τους παρεκάλεσα. 
Και πράγματι, η Leffe Ruby που έφτασε στο τραπέζι μας, παγωμένη και χαδιάρα, ήταν η απάντηση στο ερώτημά μου! Εξαιρετική αυτή η κόκκινη, πρέπει όλοι κάποια στιγμή να τη γνωρίσουμε. Από την παρέα μου πάντως μόνο θαυμαστές απέκτησε.
Couque de Dinant!  
Κι έτσι αργότερα, ορεξάτοι και πεινασμένοι κατευθυνθήκαμε προς το εστιατόριο-στόχο μας.  Και τότε περάσαμε μπροστά από την διπλή βιτρίνα ενός αρτοποιείου που συστεγαζόταν με το γνωστό ζαχαροπλαστείο της ελληνικής κάποτε φίρμας Leonidas. Και τότε τις είδα! Ήταν εκείνες οι από παλιές γνωστές μου, που ήξερα πλέον το όνομά τους: Couque de Dinant!  Ανάμεσα σε λαχταριστά ταψάκια με ολόκληρες αχλαδόπιτες, κερασόπιτες ή κιμαδόπιτες,  ατένιζαν το αβέβαιο μέλλον τους κι αυτά τα περίεργα μπισκότα.

Οι γαλέτες την Ντινάν.

Δεν άντεξα στον πειρασμό και αποφάσισα να δοκιμάσω αυτή τη φορά. Προχωρώντας στα ενδότερα του μαγαζιού όμως πέσαμε επάνω και σε κάποια χειροποίητα μαντολάτα σε κομμάτια μεγάλου μεγέθους, σε διάφορες πολύχρωμες παστέλ αποχρώσεις και γεύσεις: λεμόνι, φράουλα, κλπ. Ψωνίσαμε απ’  όλα και φανταζόμασταν την απολαυστική εμπειρία που μας περίμενε μετά το φαγητό.
Portes fermées!!! Αχ... αυτές οι συνήθειες των Βέλγων
Όταν όμως φθάσαμε κατά τις 3.00μμ στον προορισμό μας νηστικοί και ανυπόμονοι βρήκαμε και πάλι τις πόρτες κλειστές! Portes fermées!! Είχαν κλείσει λίγο νωρίτερα και θα ξανάνοιγαν κατά τις 6.00μμ για βράδυ. Το ίδιο κλειστά όμως ήταν και κάτι άλλα παραδιπλανά εστιατόρια και ταχυφαγεία.
«Και τώρα τι; Να ξαναγυρίσουμε πίσω πάλι στο προηγούμενο μαγαζί από το οποίο πριν λίγο αποχωρήσαμε και ήταν και γεμάτο κόσμο; Δεν λέει…Καλά που είχαμε έμπνευση και αγοράσαμε εισιτήριο Aller-retour με ανοικτή την ώρα επιστροφής μας! Γυρίζουμε εδώ και τώρα Βρυξέλλες με το πιο κοντινό στις 3.00μμ δρομολόγιο» συμφωνήσαμε αποφασιστικά όλοι.
Το πρώτο δρομολόγιο τραίνων ήταν για τις 4.30 μμ. Έτσι φωλιάσαμε στην αίθουσα αναμονής του σταθμού να περιμένουμε στωικά αλλά με μεγάλη απογοήτευση. Τα άδεια στομάχια μας όμως παρ’  όλες τις φιλότιμες προσπάθειες να αντέξουν άρχισαν να διαμαρτύρονται. Κυλικείο δεν υπήρχε, ούτε τίποτα άλλο σχετικό να βολέψουμε την πείνα μας.

Παιδιά, έχουμε τις γαλέτες...

«Παιδιά, έχουμε τις γαλέτες! Αρχίστε το μασούλημα από τώρα. Εχουμε και λίγο νεράκι…μην απελπίζεστε. Θα αντέξουμε. Με γαλέττες από το στρατό άλλωστε δεν την πέρασαν στην κατοχή πολλοί δικοί μας τότε;» είπα και άνοιξα τη σακκούλα και έσπασα σε κομμάτια και μοίρασα την πρώτη γαλέτα. 
Η γαλέτα αυτή πράγματι μας κράτησε ήρεμους καθ’  όλο το ταξίδι της επιστροφής μας στις Βρυξέλλες. 
Οι Couque de Dinant, είναι οι πιο σκληρές σε όλη την Ευρώπη! Επειδή είναι πολύ σκληρές, δεν τις δαγκώνεις αλλά τις σπας σε μικρά κομμάτια με το χέρι και βάζεις ένα ένα κομματάκι στο στόμα και το πιπιλάς μέχρι το σάλιο να βηθήσει να μαλακώσει και να λιώσει αργά στο στόμα ή να μπορεί να μασηθεί.
Είναι γλυκές, σκουρόχρωμες ελαφρώς, φουρνισμένες στους 300ο Κελσίου και φτιάχνονται μόνο με σταρένιο αλεύρι και μέλι σε ισόποσες κατά βάρος ποσότητες! Χωρίς νερό, χωρίς μαγιά, χωρίς τίποτε άλλο αν και τα τελευταία χρόνια κάποιοι έχουν τροποποιήσει τη συνταγή προσθέτοντας αυγά.
Παραδοσιακά τις δίνουν σε κομμάτια στα μωρά όταν βγάζουν δοντάκια κι έχουν σιελόρροια και φουσκωμένα ούλα για κατευνασμό. Αν και παρασκευάζονται και πωλούνται όλο το χρόνο για λόγους τουριστικούς, η κατανάλωση είναι υψηλότερη κοντά στην ημέρα του Αγίου Νικολάου τον Δεκέμβριο. Αυτή την εποχή του χρόνου, πωλούνται και καταναλώνονται σε όλο το Βέλγιο, καθώς η γαλέτα εκ κατασκευής διατηρείται επί μακρόν και μπορεί να αποτελέσει και Χριστουγεννιάτικο στολίδι ή δώρο.
Ένας δημοφιλής, αν και απίθανος, θρύλος υποστηρίζει ότι οι γαλέτες προέκυψαν από τη λεηλασία του Ντινάν το 1466 από τον Κάρολο τον Τολμηρό στους Πολέμους της Λιέγης. Οι πολίτες υποτίθεται ότι ήταν απελπισμένοι και είχαν λίγα τρόφιμα να φάνε εκτός από αλεύρι και μέλι, οπότε σκέφτηκαν να φτιάξουν μια ζύμη από τα δύο αυτά υλικά. Καθώς η ζύμη ήταν τόσο σφιχτή, είχαν την ιδέα να της βάλουν στάμπα με ορειχάλκινο ή ξύλινο καλούπι και έτσι ξεκίνησαν την παράδοση να τους δίνουν όμορφα και περίτεχνα σχέδια.
Η αλήθεια τελικά όμως είναι πως πιο πολύ εκτίμησα τα όμορφα σχέδια και τον εθιμοτυπικό και χρηστικό ρόλο του σκληρού αυτού μπισκότου, παρά τη γεύση του. Σε καιρούς ανέχειας άλλων γλυκών όμως ή βουτώντας την για λίγο σε ένα ζεστό φλυτζάνι με καφέ, η γαλέτα της Dinant θα είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Διαβάστε και αυτό ...

Fulltext alt text

Ταξίδι στην Κερκυραϊκή Κουζίνα.

Fulltext alt text

Ταξίδι στα τυριά της Κρήτης

Πρώτη Θέση

Για να ενημερώνεστε πρώτοι!

παρακαλούμε συμπληρώστε το e-mail. σας.

Πρώτη Θέση

Είμαστε μια ομάδα που προσεγγίζουμε τα θέματά μας με τη χαρά που δίνει το ταξίδι, αλλά και την ευθύνη της σωστής ενημέρωσης. Γιατί ταξίδι σημαίνει, πληροφορία, γνώση. Αυτά που ενώνουν τον κόσμο, χωρίς να τον κάνουν ίδιο. Διατηρώντας τις ιδιαιτερότητές του.

Χρήσιμα