Fulltext alt text

Ταξιδεύοντας στη Λισαβόνα με τον Αντόνιο Ταμπούκι


Ο Αντόνιο Ταμπούκι (Πίζα, 24 Σεπτεμβρίου 1943 - Λισαβόνα, 25 Μαρτίου 2012) είναι ο συγγραφέας των ταξιδιών, ο επισκέπτης που αφήνει τον τόπο να μπει κάτω από το δέρμα και να κυλήσει στο αίμα του.

Το έργο του καθορίζεται από τόπους που σχετίζονται πάντα με υπαρξιακά ερωτήματα, με μνήμες ή φαντασιώσεις, κι εκείνος έχει το πρωτογενές βλέμμα στο πρώτο χρώμα, στην πρώτη αμηχανία, στην πρώτη αίσθηση, όποια κι από τις πέντε κι αν είναι αυτή. Συναντάει ανθρώπους που είναι φορείς εννοιών και αποτυπώνει τους δρόμους και την ατμόσφαιρά τους, πίνει το κρασί των τόπων και βυθίζεται στις εφημερίδες τους. Στις σελίδες του σχηματίζονται εικόνες με σχισμές απ’ όπου το νόημα ξεφεύγει.

Για τον Ταμπούκι, το ταξίδι ξεκινάει πριν επισκεφθεί την πόλη. Η Λισαβόνα δεν ήταν η πόλη της νοσταλγίας, αλλά η πόλη της απουσίας, ένας γρίφος που ζητούσε ερμηνεία. Δεν ταξίδεψε, λοιπόν, στη Λισαβόνα για να τη δει, αλλά για να συναντήσει μια εσωτερική της εκδοχή που τον στοίχειωνε από χρόνια. Ένας τόπος που φυλάσσει κάτι χαμηλόφωνο, κάτι που μοιάζει με μνήμη αλλά δεν προέρχεται από την πραγματικότητα. Κι έτσι ο Ταμπούκι ξεκίνησε για μια πόλη που ήδη τον ήξερε όσο την ήξερε εκείνος γιατί την είχε σχηματιστεί πρώτα μέσα του.  

Στα πλακόστρωτα και τις γειτονιές του Φερνάντο Πεσσόα

 Ήδη πριν πατήσει τα πλακόστρωτα, κουβαλούσε μέσα του τον Φερνάντο Πεσσόα, τα ετερώνυμά του, τη θαμπή μελαγχολία των fado και την αίσθηση ότι σε κάποιο σημείο της Ευρώπης υπάρχει ένας τόπος που κοιτάζει τον ωκεανό και αποδέχεται το μισοτελειωμένο της ζωής. Υπάρχουν πόλεις που σε περιμένουν χωρίς να το ξέρεις, κι υπάρχουν άνθρωποι που φτιάχνουν έναν τόπο πρώτα μέσα στη φαντασία τους και μετά τον ανακαλύπτουν στην πραγματικότητα. Η Λισαβόνα ανήκε σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Ήταν μια πόλη που υπήρξε αρχικά φάντασμα, απόηχος, υπόσχεση και έγινε προορισμός. 
Κι όταν έφτασε, η πόλη τον τύλιξε με το φως της. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ήρωές του. Ένα φως διάφανο τους τυλίγει, ένα φως σχεδόν κουρασμένο, σαν να είχε ξοδευτεί αιώνες πάνω στα σπίτια, στις ανηφόρες και στα σώματα των ανθρώπων της. Ο αέρας της Λισαβόνας μυρίζει ωκεανό και μέταλλο, αυτή την παράξενη οσμή που έχουν οι πόλεις-λιμάνια, οι πόλεις που ξέρουν από αναχωρήσεις. Τα τραμ γκρεμίζουν τη σιωπή με έναν μεταλλικό αναστεναγμό, σαν να σέρνουν μέσα τους μισοτελειωμένες ιστορίες. Ο θαυμασμός τους δεν ήταν ο θαυμασμός του τουρίστα, αλλά εκείνο το λεπτό, αδιόρατο σοκ που δίνει την αίσθηση του οικείου ενώ δεν είναι. Όπως η Λισαβόνα αναγνώρισε τον Ταμπούκι κι αυτή η αθόρυβη αλλά ορμητική αναγνώριση έγινε η πρώτη του πραγματική εμπειρία, έτσι συμβαίνει και με τους ήρωές του.
Στους λόφους και τα σοκάκια της Αλφάμα, αντιλαμβάνονται πως η πόλη δεν είναι ποτέ ευθύγραμμη. Είναι ένα σύνολο από μικρές παγίδες, σαν παγίδες της μοίρας, στενά που οδηγούν αλλού απ’ όπου νόμιζες, γωνίες που ξαφνικά ανοίγουν στη θάλασσα, σκάλες που καταλήγουν σε δρόμους χωρίς όνομα. Μέσα σε αυτή τη λαβυρινθώδη γεωγραφία, ο επισκέπτης, ο ήρωας, αισθάνεται διάφανος, η πόλη τον ενθαρρύνει να χαθεί, σαν να του ψιθυρίζει ότι η απώλεια προσανατολισμού είναι φυσική και αναγκαία, ώστε να θυμηθεί ποιος είναι.

Λισαβόνα, ο τόπος όπου η πραγματικότητα και η μνήμη συγκατοικούν

Η Λισαβόνα γίνεται τόπος όπου η πραγματικότητα και η μνήμη συγκατοικούν. Οι άνθρωποι που συναντούν οι ήρωές του δεν είναι χαρακτήρες, αλλά αχνές σιλουέτες που αφήνουν ίχνη στον αέρα, όπως το άρωμα ενός λουλουδιού. Κανείς δεν γίνεται πλήρης ιστορία, κι όμως όλοι γίνονται μέρος της εσωτερικής γεωγραφίας της. Η πόλη αναπνέει μαζί με τον ταξιδιώτη.
Στο Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα, οι δρόμοι της Λισαβόνας, φανταστικοί ή πραγματικοί υπονοούν το κέντρο της πόλης και τη ζωντανή καθημερινότητά της, απομακρυσμένη από τουριστική θέαση, και λειτουργούν ως φόντο για τις εσωτερικές συγκρούσεις του ήρωα. Στο Ρέκβιεμ, η πόλη γίνεται χάρτης μνήμης και φαντασίας, με αναφορές στο νεκροταφείο και στο μόλο του λιμανιού, όπου συναντιούνται ζωντανοί και νεκροί. Μια τεράστια διαδρομή μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας που ξεκινάει από τον μόλο της Αλκάνταρα για ένα ραντεβού με έναν νεκρό συγγραφέα, που είναι ο αγαπημένος τόπος του Αλβάρο ντε Κάμπος, ενός από τα ετερώνυμα του Πεσσόα. Από το Αλκάνταρα καφέ, η πορεία προς την πόλη, από τη λεωφόρο που ακολουθεί κατά μήκος τον Τάγο, γίνεται με ένα από τα χαρακτηριστικά κίτρινα τραμ της πόλης. Κάις ντου Σουντρέ, Ρούα ντο Αλεκρίν, Κιάντο: η κομψή περιοχή της πρωτεύουσας. Μια σύντομη στάση στο καφέ Μπραζιλέιρα, ένα από τα πιο διάσημα παραδοσιακά καφέ της Λισαβόνας όπου έδιναν ραντεβού οι διανοούμενοι της πόλης και συνέχεια για το Νεκροταφείο των Απολαύσεων κι από την εκπληκτική θέα του Τάγου από το νεκροταφείο, με ένα άλμα, ο ήρωας βρίσκεται σε ένα διαμέρισμα δίπλα στον Καθεδρικό Σε, στη συνοικία του κάστρου Σάου Ζορζέ, σημείο απ’ όπου βλέπει κανείς όλη την Αλφάμα. Εκεί βρίσκεται το πιο ωραίο παρατηρητήριο της Λισαβόνας, η ταράτσα του 16ου αιώνα του Μιραντούρο ντε Σάντα Λουτσία.  Εκεί βρίσκεται και η ταβέρνα του Καζιμίρο. Για να χωνέψει κανείς μπορεί να περπατήσει στη Πράσα ντα Ριμπέιρα, την κεντρική αγορά της Λισαβόνας. Από εκεί φτάνεις στο Μουσείο Αρχαίας Τέχνης που ονομάζεται επίσης Museu das Janelas Verdes, από το όνομα του δρόμου. Κι ύστερα «η πόλη είναι πλατιά όπως πλατιά είναι η ψυχή του ανθρώπου που διατρέχει την ιστορία αναζητώντας αναμνήσεις και φαντάσματα». Δεν παραλείπει όμως να κάνει μια στάση στην Κάζα ντου Αλεντέζου, μια λέσχη του 19ου αιώνα. Κι ενώ βρισκόμαστε πια μαζί με τον ήρωα στην Μπάισα, έχουμε την ευκαιρία για μια βόλτα στην Πράσα ντου Κομέρτσιου. Μπορεί να φύγει κανείς από το Κάις ντου Σοντρέ με το τρενάκι για το Κασκάις κι αφού περάσει την Μπόκα ντου Ινφέρνου να φτάσει στο Κάμπου ντα Ρόκα, το πιο δυτικό άκρο της Ευρώπης με τους φάρους που στέλνουν μηνύματα.

«Ω, Πορτογαλία»

Στο βιβλίο Ταξίδια κι άλλα ταξίδια υπάρχει ένα ολόκληρο κεφάλαιο για την Πορτογαλία με τίτλο «Ω, Πορτογαλία» με μικρά κείμενα στα οποία η σχέση του συγγραφέα με την πόλη καταγράφεται με άμεσο ταξιδιωτικό τρόπο, συνδέοντας την αίσθηση και την παρατήρηση με την προσωπική του μνήμη. Σε ένα από αυτά που φέρει τον τίτλο Λισαβόνα, Ρούα ντα Σαουντάντε, ο Ταμπούκι αναφέρει ένα δρόμο που δεν τον αναφέρουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, εξηγώντας τη σημασία της λέξης saudade και καταλήγει «Εκεί, μόνοι σας, κοιτάζοντας αυτό το πανόραμα μπροστά σας, ίσως σας καταλάβει μια αίσθηση σπαραγμού. Η φαντασία, σας κάνοντας ένα άλμα στον χρόνο, θα σας κάνει να σκεφτείτε πως όταν πια θα έχετε επιστρέψει στο σπίτι σας και στις συνήθειές σας, θα σας πιάσει η νοσταλγία μιας προνομιακής στιγμής της ζωής σας, όταν βρισκόσασταν σε ένα πανέμορφο και μοναχικό δρομάκι της Λισαβόνας και κοιτάζατε ένα σπαραχτικό πανόραμα. Να, ο κύβος έχει ριχτεί: νιώθετε νοσταλγία της στιγμής που ζείτε ακριβώς αυτή τη στιγμή. Είναι μια νοσταλγία του μέλλοντος. Έχετε δοκιμάσει στο πετσί σας τη saudade».

Η εμπειρία της Λισαβόνας δεν τελειώνει ποτέ

Και έτσι μπαίνουμε στη διαδικασία επιστροφής. Με την αναχώρηση, η Λισαβόνα δεν χάνεται. Οι δρόμοι, οι πλακόστρωτοι λόφοι, οι φωνές στις γειτονιές και οι ήχοι των fado συνεχίζουν να ζουν μέσα στη μνήμη και στις λέξεις. Η πόλη αφήνει πίσω της ένα αποτύπωμα, που συνδέει τον τόπο με την εσωτερική πορεία του ανθρώπου και είναι αυτό το ίχνος που μας επιτρέπει να ταξιδεύουμε ακόμη και όταν έχουμε φύγει. Η εμπειρία της Λισαβόνας δεν τελειώνει ποτέ, μένει σαν ψιθυρισμένη υπόσχεση, σαν φως που συνεχίζει να φωτίζει ακόμα και όταν ο ταξιδιώτης απομακρύνεται. Σε εκείνους τους δρόμους δίπλα στα φαντάσματα από τα ετερώνυμα του Πεσσόα συναντάμε και τον Ταμπούκι να χαμογελάει αγναντεύοντας τον ωκεανό. 

Η αρχική εικόνα είναι της Nicole Marino, 2022, σπουδάστριας στο Liceo Artistico A. Volta di Pavia

Διαβάστε και αυτό ...

Πρώτη Θέση

Για να ενημερώνεστε πρώτοι!

παρακαλούμε συμπληρώστε το e-mail. σας.

Πρώτη Θέση

Είμαστε μια ομάδα που προσεγγίζουμε τα θέματά μας με τη χαρά που δίνει το ταξίδι, αλλά και την ευθύνη της σωστής ενημέρωσης. Γιατί ταξίδι σημαίνει, πληροφορία, γνώση. Αυτά που ενώνουν τον κόσμο, χωρίς να τον κάνουν ίδιο. Διατηρώντας τις ιδιαιτερότητές του.

Χρήσιμα